Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουμπινί

/ɾu.biˈni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώματο χρώμα του ρουμπινιού Βικιλεξικό
    • ρουμπινί (χρώμα):

Ετυμολογία

ρουμπινί < ρουμπίν(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ρουμπίνι

/ɾuˈbi.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορυκτολογίαορυκτό οξείδιο του αργιλίου, πολύτιμος λίθος κόκκινου χρώματος Βικιλεξικό
    • ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)

Ετυμολογία

ρουμπίνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική rubin(o) + -ι < μεσαιωνική λατινική rubinus < λατινική rubeus (κόκκινος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρουμπίνιρουμπίνια
Γενικήρουμπινιούρουμπινιών
Αιτιατικήρουμπίνιρουμπίνια
Κλητικήρουμπίνιρουμπίνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ρουμπινί

/ɾu.biˈni/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του ρουμπινής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουμπινί < ρουμπίν(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →