ρουσφετολογικός
•
- που έχει σχέση με τη ρουσφετολογία ή τό ρουσφέτι ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- «[…]εἰς συζητήσεις προσωπικὰς, μωρολογικὰς καὶ ρουσφετολογικὰς […]» (εφημερίδα Ακρόπολις, 30 Οκτωβρίου 1883)
- που γίνεται με σκοπό το ρουσφέτι, είναι ρουσφέτι ή υποκρύπτει ρουσφέτι Βικιλεξικό
- ρουσφετολογική τροπολογία
Ετυμολογία
ρουσφετολογικός < ρουσφετολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουσφετολογικός | ρουσφετολογική | ρουσφετολογικό |
| Γενική | ρουσφετολογικού | ρουσφετολογικής | ρουσφετολογικού |
| Αιτιατική | ρουσφετολογικό | ρουσφετολογική | ρουσφετολογικό |
| Κλητική | ρουσφετολογικέ | ρουσφετολογική | ρουσφετολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουσφετολογικοί | ρουσφετολογικές | ρουσφετολογικά |
| Γενική | ρουσφετολογικών | ρουσφετολογικών | ρουσφετολογικών |
| Αιτιατική | ρουσφετολογικούς | ρουσφετολογικές | ρουσφετολογικά |
| Κλητική | ρουσφετολογικοί | ρουσφετολογικές | ρουσφετολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →