ρουσφέτι
•
- διαφθοράπαροχή ή εξυπηρέτηση από κάποιο υπουργό ή βουλευτή σε οπαδούς, φίλους ή γνωστούς με αντάλλαγμα την υποστήριξή τους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε εκδούλευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρουσφέτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική rüşvet < αραβική رشوة (rişwat, δωροδοκία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουσφέτι | ρουσφέτια |
| Γενική | ρουσφετιού | ρουσφετιών |
| Αιτιατική | ρουσφέτι | ρουσφέτια |
| Κλητική | ρουσφέτι | ρουσφέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →