Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυάζομαι

/ɾiˈa.zo.me/ρήμα
•
  1. για ζώαουρλιάζω, ωρύομαι Βικιλεξικό
    • Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 104 Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν, τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν σὰν ρυάζετο θηριό.

Ετυμολογία

ρυάζομαι < υποθετικός τύπος *ωρυάζομαι < αρχαία ελληνική ὠρύ(ομαι) + -άζω με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρυάζομαιρυάζεσαιρυάζεταιρυαζόμαστερυάζεστερυάζονται
Παρατατικόςρυαζόμουν / ρυαζόμουναρυαζόσουν / ρυαζόσουναρυαζόταν / ρυαζότανερυαζόμασταν / ρυαζόμαστερυαζόσασταν / ρυαζόσαστερυάζονταν / ρυαζόντουσαν
Αόριστοςρυάστηκαρυάστηκεςρυάστηκερυαστήκαμερυαστήκατερυάστηκαν / ρυαστήκαν / ρυαστήκανε
Μέλλονταςθα ρυάζομαι / θα ρυαστώθα ρυάζεσαι / θα ρυαστείςθα ρυάζεται / θα ρυαστείθα ρυαζόμαστε / θα ρυαστούμεθα ρυάζεστε / θα ρυαστείτεθα ρυάζονται / θα ρυαστούν / θα ρυαστούνε
Παρακείμενοςέχω ρυαστείέχεις ρυαστείέχει ρυαστείέχουμε ρυαστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα ρυαστείείχες ρυαστείείχε ρυαστεί———
Υποτακτικήνα έχω ρυαστεί / να ρυάζομαι / να ρυαστώνα έχεις ρυαστεί / να ρυάζεσαι / να ρυαστείςνα έχει ρυαστεί / να ρυάζεται / να ρυαστείνα έχουμε ρυαστεί / να ρυαζόμαστε / να ρυαστούμενα ρυάζεστε / να ρυαστείτενα ρυάζονται / να ρυαστούν / να ρυαστούνε
Προστακτική—ρυάσου——ρυάζεστε / ρυαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →