ρυάζομαι
•
- για ζώαουρλιάζω, ωρύομαι Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 104 Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν, τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν σὰν ρυάζετο θηριό.
Ετυμολογία
ρυάζομαι < υποθετικός τύπος *ωρυάζομαι < αρχαία ελληνική ὠρύ(ομαι) + -άζω με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυάζομαι | ρυάζεσαι | ρυάζεται | ρυαζόμαστε | ρυάζεστε | ρυάζονται |
| Παρατατικός | ρυαζόμουν / ρυαζόμουνα | ρυαζόσουν / ρυαζόσουνα | ρυαζόταν / ρυαζότανε | ρυαζόμασταν / ρυαζόμαστε | ρυαζόσασταν / ρυαζόσαστε | ρυάζονταν / ρυαζόντουσαν |
| Αόριστος | ρυάστηκα | ρυάστηκες | ρυάστηκε | ρυαστήκαμε | ρυαστήκατε | ρυάστηκαν / ρυαστήκαν / ρυαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ρυάζομαι / θα ρυαστώ | θα ρυάζεσαι / θα ρυαστείς | θα ρυάζεται / θα ρυαστεί | θα ρυαζόμαστε / θα ρυαστούμε | θα ρυάζεστε / θα ρυαστείτε | θα ρυάζονται / θα ρυαστούν / θα ρυαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυαστεί | έχεις ρυαστεί | έχει ρυαστεί | έχουμε ρυαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυαστεί | είχες ρυαστεί | είχε ρυαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυαστεί / να ρυάζομαι / να ρυαστώ | να έχεις ρυαστεί / να ρυάζεσαι / να ρυαστείς | να έχει ρυαστεί / να ρυάζεται / να ρυαστεί | να έχουμε ρυαστεί / να ρυαζόμαστε / να ρυαστούμε | να ρυάζεστε / να ρυαστείτε | να ρυάζονται / να ρυαστούν / να ρυαστούνε |
| Προστακτική | — | ρυάσου | — | — | ρυάζεστε / ρυαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →