ρυθμίζω
•
- τακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα Βικιλεξικό
- Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)
- κατ’ επέκτασητακτοποιώ, κανονίζω, διακανονίζω, διευθετώ Βικιλεξικό
- κανονίζω τον ρυθμό μιας πράξης ή ενέργειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυθμίζω < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυθμίζω | ρυθμίζεις | ρυθμίζει | ρυθμίζουμε | ρυθμίζετε | ρυθμίζουν / ρυθμίζουνε |
| Παρατατικός | ρύθμιζα | ρύθμιζες | ρύθμιζε | ρυθμίζαμε | ρυθμίζατε | ρυθμίζαν / ρυθμίζανε / ρύθμιζαν |
| Αόριστος | ρύθμισα | ρύθμισες | ρύθμισε | ρυθμίσαμε | ρυθμίσατε | ρυθμίσαν / ρυθμίσανε / ρύθμισαν |
| Μέλλοντας | θα ρυθμίζω / θα ρυθμίσω | θα ρυθμίζεις / θα ρυθμίσεις | θα ρυθμίζει / θα ρυθμίσει | θα ρυθμίζουμε / θα ρυθμίσουμε | θα ρυθμίζετε / θα ρυθμίσετε | θα ρυθμίζουν / θα ρυθμίζουνε / θα ρυθμίσουν / θα ρυθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυθμίσει | έχεις ρυθμίσει | έχει ρυθμίσει | έχουμε ρυθμίσει | έχετε ρυθμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυθμίσει | είχες ρυθμίσει | είχε ρυθμίσει | είχαμε ρυθμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυθμίσει / να ρυθμίζω / να ρυθμίσω | να έχεις ρυθμίσει / να ρυθμίζεις / να ρυθμίσεις | να έχει ρυθμίσει / να ρυθμίζει / να ρυθμίσει | να έχουμε ρυθμίσει / να ρυθμίζουμε / να ρυθμίσουμε | να έχετε ρυθμίσει / να ρυθμίζετε / να ρυθμίσετε | να ρυθμίζουν / να ρυθμίζουνε / να ρυθμίσουν / να ρυθμίσουνε |
| Προστακτική | — | ρύθμιζε / ρύθμισε | — | — | ρυθμίζετε / ρυθμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →