Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυθμίζω

/ɾiθˈmi.zo/ρήμα
•
  1. τακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα Βικιλεξικό
    • Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)
  2. κατ’ επέκτασητακτοποιώ, κανονίζω, διακανονίζω, διευθετώ Βικιλεξικό
  3. κανονίζω τον ρυθμό μιας πράξης ή ενέργειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυθμίζω < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρυθμίζωρυθμίζειςρυθμίζειρυθμίζουμερυθμίζετερυθμίζουν / ρυθμίζουνε
Παρατατικόςρύθμιζαρύθμιζεςρύθμιζερυθμίζαμερυθμίζατερυθμίζαν / ρυθμίζανε / ρύθμιζαν
Αόριστοςρύθμισαρύθμισεςρύθμισερυθμίσαμερυθμίσατερυθμίσαν / ρυθμίσανε / ρύθμισαν
Μέλλονταςθα ρυθμίζω / θα ρυθμίσωθα ρυθμίζεις / θα ρυθμίσειςθα ρυθμίζει / θα ρυθμίσειθα ρυθμίζουμε / θα ρυθμίσουμεθα ρυθμίζετε / θα ρυθμίσετεθα ρυθμίζουν / θα ρυθμίζουνε / θα ρυθμίσουν / θα ρυθμίσουνε
Παρακείμενοςέχω ρυθμίσειέχεις ρυθμίσειέχει ρυθμίσειέχουμε ρυθμίσειέχετε ρυθμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρυθμίσειείχες ρυθμίσειείχε ρυθμίσειείχαμε ρυθμίσει——
Υποτακτικήνα έχω ρυθμίσει / να ρυθμίζω / να ρυθμίσωνα έχεις ρυθμίσει / να ρυθμίζεις / να ρυθμίσειςνα έχει ρυθμίσει / να ρυθμίζει / να ρυθμίσεινα έχουμε ρυθμίσει / να ρυθμίζουμε / να ρυθμίσουμενα έχετε ρυθμίσει / να ρυθμίζετε / να ρυθμίσετενα ρυθμίζουν / να ρυθμίζουνε / να ρυθμίσουν / να ρυθμίσουνε
Προστακτική—ρύθμιζε / ρύθμισε——ρυθμίζετε / ρυθμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →