ρυθμολογικός
•
- που σχετίζεται με τη ρυθμολογία ή το ρυθμολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυθμολογικός < ρυθμολόγ(ος) + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυθμολογική / ρυθμολογικός / ρυθμολογικό | ρυθμολογικές / ρυθμολογικοί / ρυθμολογικά |
| Γενική | ρυθμολογικής / ρυθμολογικού / ρυθμολογικού | ρυθμολογικών / ρυθμολογικών / ρυθμολογικών |
| Αιτιατική | ρυθμολογική / ρυθμολογικό / ρυθμολογικό | ρυθμολογικές / ρυθμολογικούς / ρυθμολογικά |
| Κλητική | ρυθμολογική / ρυθμολογικέ / ρυθμολογικό | ρυθμολογικές / ρυθμολογικοί / ρυθμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →