Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυθμολογικός

/ɾi.θmo.lo.ʝiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη ρυθμολογία ή το ρυθμολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυθμολογικός < ρυθμολόγ(ος) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρυθμολογική / ρυθμολογικός / ρυθμολογικόρυθμολογικές / ρυθμολογικοί / ρυθμολογικά
Γενικήρυθμολογικής / ρυθμολογικού / ρυθμολογικούρυθμολογικών / ρυθμολογικών / ρυθμολογικών
Αιτιατικήρυθμολογική / ρυθμολογικό / ρυθμολογικόρυθμολογικές / ρυθμολογικούς / ρυθμολογικά
Κλητικήρυθμολογική / ρυθμολογικέ / ρυθμολογικόρυθμολογικές / ρυθμολογικοί / ρυθμολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →