ρυπαίνω
•
- επιβαρύνω το περιβάλλον με επιβλαβείς ουσίες, ήχο ή φως Βικιλεξικό
- Όσο κι αν ρυπανθεί ο Σαρωνικός, θα μένει ελπίζω πάντα κάποια σχετικά καθαρή ακρογιαλιά. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])
- μεταφορικάλερώνω, βρομίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυπαίνω < αρχαία ελληνική ῥυπαίνω < ῥύπος (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pollute)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυπαίνω | ρυπαίνεις | ρυπαίνει | ρυπαίνουμε | ρυπαίνετε | ρυπαίνουν / ρυπαίνουνε |
| Παρατατικός | ρύπαινα | ρύπαινες | ρύπαινε | ρυπαίναμε | ρυπαίνατε | ρυπαίναν / ρυπαίνανε / ρύπαιναν |
| Αόριστος | ρύπανα | ρύπανες | ρύπανε | ρυπάναμε | ρυπάνατε | ρυπάναν / ρυπάνανε / ρύπαναν |
| Μέλλοντας | θα ρυπάνω / θα ρυπαίνω | θα ρυπάνεις / θα ρυπαίνεις | θα ρυπάνει / θα ρυπαίνει | θα ρυπάνουμε / θα ρυπαίνουμε | θα ρυπάνετε / θα ρυπαίνετε | θα ρυπάνουν / θα ρυπάνουνε / θα ρυπαίνουν / θα ρυπαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυπάνει | έχεις ρυπάνει | έχει ρυπάνει | έχουμε ρυπάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυπάνει | είχες ρυπάνει | είχε ρυπάνει | είχαμε ρυπάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυπάνει / να ρυπάνω / να ρυπαίνω | να έχεις ρυπάνει / να ρυπάνεις / να ρυπαίνεις | να έχει ρυπάνει / να ρυπάνει / να ρυπαίνει | να έχουμε ρυπάνει / να ρυπάνουμε / να ρυπαίνουμε | να ρυπάνετε / να ρυπαίνετε | να ρυπάνουν / να ρυπάνουνε / να ρυπαίνουν / να ρυπαίνουνε |
| Προστακτική | — | ρύπαινε / ρύπανε | — | — | ρυπάνετε / ρυπαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρυπάνθηκαρυπαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →