απορρυπαίνω
•
- καθαρίζω μια περιοχή από τη ρύπανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρυπαίνω < απο- + ρυπαίνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική depolute). Διαφορετικό το αρχαιοελληνικό ἀπορρυπαίνω (λερώνω πολύ). Δείτε και ρρ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορρυπαίνω | απορρυπαίνεις | απορρυπαίνει | απορρυπαίνουμε | απορρυπαίνετε | απορρυπαίνουν / απορρυπαίνουνε |
| Παρατατικός | απορρύπαινα | απορρύπαινες | απορρύπαινε | απορρυπαίναμε | απορρυπαίνατε | απορρυπαίναν / απορρυπαίνανε / απορρύπαιναν |
| Αόριστος | απορρύπανα | απορρύπανες | απορρύπανε | απορρυπάναμε | απορρυπάνατε | απορρυπάναν / απορρυπάνανε / απορρύπαναν |
| Μέλλοντας | θα απορρυπάνω / θα απορρυπαίνω | θα απορρυπάνεις / θα απορρυπαίνεις | θα απορρυπάνει / θα απορρυπαίνει | θα απορρυπάνουμε / θα απορρυπαίνουμε | θα απορρυπάνετε / θα απορρυπαίνετε | θα απορρυπάνουν / θα απορρυπάνουνε / θα απορρυπαίνουν / θα απορρυπαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απορρυπάνει | έχεις απορρυπάνει | έχει απορρυπάνει | έχουμε απορρυπάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απορρυπάνει | είχες απορρυπάνει | είχε απορρυπάνει | είχαμε απορρυπάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απορρυπάνει / να απορρυπάνω / να απορρυπαίνω | να έχεις απορρυπάνει / να απορρυπάνεις / να απορρυπαίνεις | να έχει απορρυπάνει / να απορρυπάνει / να απορρυπαίνει | να έχουμε απορρυπάνει / να απορρυπάνουμε / να απορρυπαίνουμε | να απορρυπάνετε / να απορρυπαίνετε | να απορρυπάνουν / να απορρυπάνουνε / να απορρυπαίνουν / να απορρυπαίνουνε |
| Προστακτική | — | απορρύπαινε / απορρύπανε | — | — | απορρυπάνετε / απορρυπαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απορρυπάνθηκααπορρυπαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →