Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυπαρότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ή κάτι ρυπαρό(ς), η ιδιότητα του ρυπαρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυπαρότητα < ελληνιστική κοινή ῥυπαρότητα, αιτιατική ενικού του ῥυπαρότης < αρχαία ελληνική ῥυπαρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρυπαρότηταρυπαρότητες
Γενικήρυπαρότηταςρυπαροτήτων
Αιτιατικήρυπαρότηταρυπαρότητες
Κλητικήρυπαρότηταρυπαρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →