ρύπος
•
- βρομιά Βικιλεξικό
- ουσία που ρυπαίνει το περιβάλλον Βικιλεξικό
- Στο εργοστάσιο λειτουργούν 19 ηλεκτροστατικά φίλτρα και 136 σακόφιλτρα τελευταίας τεχνολογίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη μείωση των ρύπων (Αίγλη Δήμογλου, Η βιομηχανία στο νομό Μαγνησίας από στον 19ο στον 20ο αιώνα, 2005, σελ. 113)
Ετυμολογία
ρύπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥύπος :* για τη ρύπανση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pollution
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρύπος | ρύποι |
| Γενική | ρύπου | ρύπων |
| Αιτιατική | ρύπο | ρύπους |
| Κλητική | ρύπε | ρύποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →