ρωτακίζω
•
- δυσκολεύομαι να προφέρω τον φθόγγο ρ / ρο / ρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρωτακίζω < ελληνιστική κοινή ῥωτακίζω < αρχαία ελληνική ῥῶ / ρ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική rhotaciser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρωτακίζω | ρωτακίζεις | ρωτακίζει | ρωτακίζουμε | ρωτακίζετε | ρωτακίζουν / ρωτακίζουνε |
| Παρατατικός | ρωτάκιζα | ρωτάκιζες | ρωτάκιζε | ρωτακίζαμε | ρωτακίζατε | ρωτάκιζαν / ρωτακίζαν / ρωτακίζανε |
| Αόριστος | ρωτάκισα | ρωτάκισες | ρωτάκισε | ρωτακίσαμε | ρωτακίσατε | ρωτάκισαν / ρωτακίσαν / ρωτακίσανε |
| Μέλλοντας | θα ρωτακίζω / θα ρωτακίσω | θα ρωτακίζεις / θα ρωτακίσεις | θα ρωτακίζει / θα ρωτακίσει | θα ρωτακίζουμε / θα ρωτακίσουμε | θα ρωτακίζετε / θα ρωτακίσετε | θα ρωτακίζουν / θα ρωτακίζουνε / θα ρωτακίσουν / θα ρωτακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρωτακίσει | έχεις ρωτακίσει | έχει ρωτακίσει | έχουμε ρωτακίσει | έχετε ρωτακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρωτακίσει | είχες ρωτακίσει | είχε ρωτακίσει | είχαμε ρωτακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρωτακίσει / να ρωτακίζω / να ρωτακίσω | να έχεις ρωτακίσει / να ρωτακίζεις / να ρωτακίσεις | να έχει ρωτακίσει / να ρωτακίζει / να ρωτακίσει | να έχουμε ρωτακίσει / να ρωτακίζουμε / να ρωτακίσουμε | να έχετε ρωτακίσει / να ρωτακίζετε / να ρωτακίσετε | να ρωτακίζουν / να ρωτακίζουνε / να ρωτακίσουν / να ρωτακίσουνε |
| Προστακτική | — | ρωτάκιζε / ρωτάκισε | — | — | ρωτακίζετε / ρωτακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →