Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρωτακίζω

ρήμα
•
  1. δυσκολεύομαι να προφέρω τον φθόγγο ρ / ρο / ρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρωτακίζω < ελληνιστική κοινή ῥωτακίζω < αρχαία ελληνική ῥῶ / ρ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική rhotaciser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρωτακίζωρωτακίζειςρωτακίζειρωτακίζουμερωτακίζετερωτακίζουν / ρωτακίζουνε
Παρατατικόςρωτάκιζαρωτάκιζεςρωτάκιζερωτακίζαμερωτακίζατερωτάκιζαν / ρωτακίζαν / ρωτακίζανε
Αόριστοςρωτάκισαρωτάκισεςρωτάκισερωτακίσαμερωτακίσατερωτάκισαν / ρωτακίσαν / ρωτακίσανε
Μέλλονταςθα ρωτακίζω / θα ρωτακίσωθα ρωτακίζεις / θα ρωτακίσειςθα ρωτακίζει / θα ρωτακίσειθα ρωτακίζουμε / θα ρωτακίσουμεθα ρωτακίζετε / θα ρωτακίσετεθα ρωτακίζουν / θα ρωτακίζουνε / θα ρωτακίσουν / θα ρωτακίσουνε
Παρακείμενοςέχω ρωτακίσειέχεις ρωτακίσειέχει ρωτακίσειέχουμε ρωτακίσειέχετε ρωτακίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρωτακίσειείχες ρωτακίσειείχε ρωτακίσειείχαμε ρωτακίσει——
Υποτακτικήνα έχω ρωτακίσει / να ρωτακίζω / να ρωτακίσωνα έχεις ρωτακίσει / να ρωτακίζεις / να ρωτακίσειςνα έχει ρωτακίσει / να ρωτακίζει / να ρωτακίσεινα έχουμε ρωτακίσει / να ρωτακίζουμε / να ρωτακίσουμενα έχετε ρωτακίσει / να ρωτακίζετε / να ρωτακίσετενα ρωτακίζουν / να ρωτακίζουνε / να ρωτακίσουν / να ρωτακίσουνε
Προστακτική—ρωτάκιζε / ρωτάκισε——ρωτακίζετε / ρωτακίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →