ρωτακισμός
•
- γλωσσολογίαη τροπή ενός συμφώνου (π.χ. του σ ή του λ) σε ρ Βικιλεξικό
- ἀδελφός > αδερφός, βασιλική > λατινικά basilica > αρωμουνικά bãsearicã / ρουμανικά biserică
- ιατρικήδυσκολία στην προφορά του φθόγγου ρ / /ɾ/ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρωτακισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική rhotacisme < ελληνιστική κοινή ῥωτακίζω (χρησιμοποιώ υπερβολικά το ρο)+ -ισμός < ῥῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρωτακισμός | ρωτακισμοί |
| Γενική | ρωτακισμού | ρωτακισμών |
| Αιτιατική | ρωτακισμό | ρωτακισμούς |
| Κλητική | ρωτακισμέ | ρωτακισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →