Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο Βικιλεξικό
  2. μειωτικόμειωτικός χαρακτηρισμός ομάδας ή πλήθους ανθρώπων που, συγκεντρωμένοι σ’ έναν τόπο, θορυβούν ή έχουν ετερόκλητη προέλευση (ενδεχομένως ανήκουν στον υπόκοσμο) Βικιλεξικό
  3. απότομη ανηφόρα ή πλαγιά με χαλίκια ή πέτρες, στην οποία δυσκολευόμαστε ν’ ανέβουμε, επειδή γλιστράμε Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόμεγάλο πριόνι υλοτομίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σάρα < σαρώνω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < αρχαία ελληνική σαρόω / σαρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσάρασάρες
Γενικήσάρας—
Αιτιατικήσάρασάρες
Κλητικήσάρασάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →