σάρκωση
•
- το αποτέλεσμα του σαρκώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σάρκωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σάρκωσις (ιατρικός όρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σάρκωση | σαρκώσεις |
| Γενική | σάρκωσης | σαρκώσεων |
| Αιτιατική | σάρκωση | σαρκώσεις |
| Κλητική | σάρκωση | σαρκώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →