σάρκα
•
- το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά Βικιλεξικό
- Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 https://books.google.gr/books?id=Dq7qzPQqOCsC&newbks=0&printsec=frontcover&pg=PA397&dq=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&hl=en&source=newbks_fb&redir_esc=y#v=onepage&q=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&f=false)
- μεταφορικάη υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) το γενετήσιο ένστικτο
- το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σάρκα < αρχαία ελληνική σάρξ από την αιτιατική «τὴν σάρκα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σάρκα | σάρκες |
| Γενική | σάρκας | σαρκών |
| Αιτιατική | σάρκα | σάρκες |
| Κλητική | σάρκα | σάρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →