σέλα
•
- εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης Βικιλεξικό
- κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέλα < ελληνιστική κοινή σέλλα (κάθισμα) < sedeo < πρωτοϊταλική *sedēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed- (κάθομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέλα | σέλες |
| Γενική | σέλας | σελών |
| Αιτιατική | σέλα | σέλες |
| Κλητική | σέλα | σέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →