διάσελο
•
- λαϊκότροποτο σχετικό ομαλό κομμάτι που ενώνει δυο κορυφές, ο αυχένας του βουνού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάσελο < δια- + σέλ(α) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάσελο | διάσελα |
| Γενική | διάσελου | διάσελων |
| Αιτιατική | διάσελο | διάσελα |
| Κλητική | διάσελο | διάσελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →