σέμπρος
•
- επάγγελμααυτός που κατόπιν συμφωνίας καλλιεργεί ένα κτήμα που ανήκει σε άλλον κρατώντας για τον εαυτό του μέρος από την σοδειά Βικιλεξικό
- επάγγελμααυτός που κατόπιν συμφωνίας βόσκει ξένα ζώα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέμπρος < σλαβικής προέλευσης sebrȗ < *sepra (=φίλος σε πρωτοβαλτικές γλώσσες)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέμπρος | σέμπροι |
| Γενική | σέμπρου | σέμπρων |
| Αιτιατική | σέμπρο | σέμπρους |
| Κλητική | σέμπρο | σέμπροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →