σεμπρικός
•
- που έχει σχέση με τον σέμπρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεμπρικός < σέμπρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεμπρικός | σεμπρική | σεμπρικό |
| Γενική | σεμπρικού | σεμπρικής | σεμπρικού |
| Αιτιατική | σεμπρικό | σεμπρική | σεμπρικό |
| Κλητική | σεμπρικέ | σεμπρική | σεμπρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεμπρικοί | σεμπρικές | σεμπρικά |
| Γενική | σεμπρικών | σεμπρικών | σεμπρικών |
| Αιτιατική | σεμπρικούς | σεμπρικές | σεμπρικά |
| Κλητική | σεμπρικοί | σεμπρικές | σεμπρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →