Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σήμανση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εγγραφή ή επικόλληση σε έντυπο, προϊόν, συσκευασία κλπ ή γενικότερα η τοποθέτηση σε κάποιο σημείο ειδικού σήματος Βικιλεξικό
  2. η υπηρεσία της αστυνομίας που ασχολείται με την εύρεση και την ταυτοποίηση τεκμηρίων σχετικών με εγκληματικές πράξεις, πχ την ταυτοποίηση δακτυλικών αποτυπωμάτων Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήη συμβολική γραφή (markup) που χρησιμοποιεί ετικέτες σε μια γλώσσα σήμανσης για να υποδείξει την σημασία ενός στοιχείου και τον τον τρόπο απεικόνισής του, όπως στην γλώσσα προγραμματισμού HTML Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σήμανση < (ελληνιστική κοινή) σήμανσις < σημαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσήμανσησημάνσεις
Γενικήσήμανσηςσημάνσεων
Αιτιατικήσήμανσησημάνσεις
Κλητικήσήμανσησημάνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →