χαρτοσήμανση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτοσημαίνω Βικιλεξικό
- παλιότερα, γινόταν χαρτοσήμανση με επικόλληση χαρτοσήμου
Ετυμολογία
χαρτοσήμανση < καθαρεύουσα χαρτοσήμαν(σις) + -ση < χαρτοσημαίνω) χαρτοσημαν- + -σις. Μορφολογικά, χαρτο- + σήμανση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοσήμανση | χαρτοσημάνσεις |
| Γενική | χαρτοσήμανσης | χαρτοσημάνσεων |
| Αιτιατική | χαρτοσήμανση | χαρτοσημάνσεις |
| Κλητική | χαρτοσήμανση | χαρτοσημάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →