σαβούρα
•
- το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν Βικιλεξικό
- Το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα.
- Προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει.
- μεταφορικάγια άσχημη γυναίκα ή κοπέλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια γυναίκα κακής πάστας Βικιλεξικό
- Σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα
- μεταφορικάτροφή κακής ποιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαβούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαβούρα ή από την ελληνιστική κοινή σε κείμενο του 2ου αιώνα, του Αίλιου Διονύσιου < λατινική saburra < sabulum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sámh₂dʰos < *sem- (εκχέω, χύνω) : → δείτε τις λέξεις τo τουρκικό και safra, δάνειο μέσω της οθωμανικής από το μεσαιωνικό σαβούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαβούρα | σαβούρες |
| Γενική | σαβούρας | — |
| Αιτιατική | σαβούρα | σαβούρες |
| Κλητική | σαβούρα | σαβούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →