Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαγηνεύω

ρήμα
•
  1. θέλγω, γοητεύω, μαγεύω, ξελογιάζω Βικιλεξικό
    • Ο ίδιος χάζευε το όργωμα, τα βόδια ή τ' άλογα που έσερναν πίσω τους το ξύλινο αλέτρι και αυλάκωναν το χώμα· το συγκεκριμένο θέαμα τον σαγήνευε και τον συγκινούσε. (*)
    • Με την ομορφιά της σαγήνεψε τον έρωτα προκαλώντας τη ζηλοτυπία της Αφροδίτης, με την βοήθεια του Ζέφυρου μεταφέρθηκε σε μια ανθισμένη κοιλάδα, όπου σε ένα ονειρικό ανάκτορο συναντούσε κάθε βράδυ τον εραστή της, τον οποίο δεν έπρεπε όμως να δει. (*)

Ετυμολογία

σαγηνεύω < αρχαία ελληνική σαγηνεύω < σαγήνη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσαγηνεύωσαγηνεύειςσαγηνεύεισαγηνεύουμεσαγηνεύετεσαγηνεύουν / σαγηνεύουνε
Παρατατικόςσαγήνευασαγήνευεςσαγήνευεσαγηνεύαμεσαγηνεύατεσαγήνευαν / σαγηνεύαν / σαγηνεύανε
Αόριστοςσαγήνεψασαγήνεψεςσαγήνεψεσαγηνέψαμεσαγηνέψατεσαγήνεψαν / σαγηνέψαν / σαγηνέψανε
Μέλλονταςθα σαγηνέψω / θα σαγηνεύωθα σαγηνέψεις / θα σαγηνεύειςθα σαγηνέψει / θα σαγηνεύειθα σαγηνέψουμε / θα σαγηνεύουμεθα σαγηνέψετε / θα σαγηνεύετεθα σαγηνέψουν / θα σαγηνέψουνε / θα σαγηνεύουν / θα σαγηνεύουνε
Παρακείμενοςέχω σαγηνέψειέχεις σαγηνέψειέχει σαγηνέψειέχουμε σαγηνέψειέχετε σαγηνέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα σαγηνέψειείχες σαγηνέψειείχε σαγηνέψειείχαμε σαγηνέψει——
Υποτακτικήνα έχω σαγηνέψει / να σαγηνέψω / να σαγηνεύωνα έχεις σαγηνέψει / να σαγηνέψεις / να σαγηνεύειςνα έχει σαγηνέψει / να σαγηνέψει / να σαγηνεύεινα έχουμε σαγηνέψει / να σαγηνέψουμε / να σαγηνεύουμενα έχετε σαγηνέψει / να σαγηνέψετε / να σαγηνεύετενα σαγηνέψουν / να σαγηνέψουνε / να σαγηνεύουν / να σαγηνεύουνε
Προστακτική—σαγήνευε / σαγήνεψε——σαγηνέψτε / σαγηνεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →