Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαγήνη

/saˈʝi.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους Βικιλεξικό
    • Ο χώρος, αλλιώς το δύσβατο βουνό, δαμασμένο ωστόσο οικιστικά και συγκοινωνιακά από παλιούς χρόνους, με τους κινδύνους του και τις σαγήνες αλλά και με τα καταφύγιά του και το οργανωμένο τοπικό σύστημα πληροφοριοδότησης πέτρα και δάσος, βράχοι και πλάκες, σάρες, αλλά και διάσελα, σπίτια πέτρινα και καλύβια, κήποι πεζούλες και λογγές.
    • Βασίλης Αποστολόπουλος @biblionet, Επί ξυρού ακμής biblionet.gr

Ετυμολογία

σαγήνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σαγήνη (δίχτυ ψαρέματος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαγήνησαγήνες
Γενικήσαγήνηςσαγηνών
Αιτιατικήσαγήνησαγήνες
Κλητικήσαγήνησαγήνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →