σακάτεμα
•
- το αποτέλεσμα του σακατεύω, μιας ενέργειας που έχει σαν αποτέλεσμα να μείνει κάποιος ανάπηρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σακάτεμα < σακατεύ(ω) + μα (αποβλήθηκε το -υ-)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σακάτεμα | σακατέματα |
| Γενική | σακατέματος | σακατεμάτων |
| Αιτιατική | σακάτεμα | σακατέματα |
| Κλητική | σακάτεμα | σακατέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →