σακατεμένος
•
- που σακατεύτηκε, χτυπήθηκε άσχημα σε ατύχημα ή (μεταφορικά) χτυπήθηκε από τις δυσκολίες της ζωής, από ό,τι μπορεί να προκαλέσει μεγάλη φθορά, αναπηρία Βικιλεξικό
- σακατεμένος απ' τα χρόνια, κι από καταχρήσεις, σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι (Κ. Καβάφης, "Πολύ σπανίως")
Ετυμολογία
σακατεμένος, μετοχή παθ. παρακειμένου του σακατεύω / σακατεύομαι
Άλλοι τύποι
σακατεμένασακατεμένεσακατεμένεςσακατεμένησακατεμένηςσακατεμένοσακατεμένοισακατεμένοςσακατεμένουσακατεμένουςσακατεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →