σακατεύω
•
- καθιστώ κάποιον σακάτη (ανάπηρο) Βικιλεξικό
- χτυπάω άσχημα ένα μέλος μου Βικιλεξικό
- σακάτεψα το χέρι μου
- μεταφορικάπληγώνω κάποιον βαθιά, του αλλάζω τη ζωή και δεν τη συνεχίζει πια με πληρότητα Βικιλεξικό
- Αυτή η γυναίκα τον σακάτεψε
- μεσοπαθητικό: σακατεύομαι, χτυπάω άσχημα, με ευθύνη δική μου ή άλλου, πονάω πολύ και ένα μέλος μου μένει για λίγο ή για πάντα ανάπηρο Βικιλεξικό
- Έπεσα από την καρέκλα και σακατεύτηκα
- Κρίμα, νέο παιδί και σακατεύτηκε (σε τροχαίο, σε εργατικό ατύχημα κ.λπ.)
Ετυμολογία
σακατεύω < σακάτ(ης) + -εύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →