σακούλα
•
- είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα Βικιλεξικό
- μια σακούλα γεμάτη ψώνια
- σακούλα σκουπιδιών
- Προσφάτως όμως τέσσερις αλυσίδες γνωστών σούπερ μάρκετ αποφάσισαν να συμπράξουν σε μια καμπάνια ευαισθητοποίησης των καταναλωτών στη μη χρήση πλαστικών σακουλών που τα ίδια τα σουπερ μάρκετ παραχωρούσαν, συχνά με υπερβολή (για να μην αναφερθώ στην βουλιμική «αρπαγή» έξτρα σακουλών από τους καταναλωτές προς οικιακή χρήση, ήτοι σκουπίδια). (* εφημερίδα Το Βήμα)
- συνεκδοχικάό,τι περιέχεται σε μια σακούλα Βικιλεξικό
- ειδικότεραειδική πάνινη κατασκευή μέσα στην οποία παράγεται το στραγγιστό γιαούρτι Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό: μαύροι κύκλοι ή εξογκώματα κάτω από τα μάτια, εξαιτίας αϋπνίας, κούρασης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σακούλα < σάκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σακούλα | σακούλες |
| Γενική | σακούλας | σακουλών |
| Αιτιατική | σακούλα | σακούλες |
| Κλητική | σακούλα | σακούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →