σαλάμι
•
- τρόφιμοαλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά Βικιλεξικό
- Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CE%9D%CE%91%CE%A3_%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3_%CE%9A%CE%9F%CE%A3%CE%9C%CE%9F/riaMhoDhyRQC?hl=en&gbpv=1&pg=PT2&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
σαλάμι < (άμεσο δάνειο) ιταλική salame + -ι < λατινική salamentum (= άλμη, παστό ψάρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλάμι | σαλάμια |
| Γενική | σαλαμιού | σαλαμιών |
| Αιτιατική | σαλάμι | σαλάμια |
| Κλητική | σαλάμι | σαλάμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →