σαλέπι
•
- φυτόείδος ορχιδέας (Orchis mascula) Βικιλεξικό
- ποτόμαλακτικό ρόφημα ή αφέψημα που παρασκευάζεται από σκόνη (αλεύρι) που προκύπτει από το άλεσμα των ριζών διαφόρων ειδών ορχιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλέπι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική سالپ (sālep, το φυτό), στα τουρκικά salep < αραβική سَحْلَب (saḥlab). Περισσότερα στο salep#Turkish στο αγγλικό Βικιλεξικό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλέπι | σαλέπια |
| Γενική | σαλεπιού | σαλεπιών |
| Αιτιατική | σαλέπι | σαλέπια |
| Κλητική | σαλέπι | σαλέπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →