Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλεπιτζίδικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατάστημα στο οποίο πωλείται σαλέπι ή ειδικά διαμορφωμένο καροτσάκι που έχουν οι σαλεπιτζήδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαλεπιτζίδικο < σαλεπιτζ(ής) + -ίδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαλεπιτζίδικοσαλεπιτζίδικα
Γενικήσαλεπιτζίδικουσαλεπιτζίδικων
Αιτιατικήσαλεπιτζίδικοσαλεπιτζίδικα
Κλητικήσαλεπιτζίδικοσαλεπιτζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →