Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλπιγκτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που σαλπίζει Βικιλεξικό
  2. ο στρατιώτης που σαλπίζει παραγγέλματα (π.χ. έγερσης, ανάπαυσης, ασκήσεις) με τη σάλπιγγα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που διακηρύσσει κάτι σημαντικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαλπιγκτής < σαλπίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαλπιγκτήςσαλπιγκτές
Γενικήσαλπιγκτήσαλπιγκτών
Αιτιατικήσαλπιγκτήσαλπιγκτές
Κλητικήσαλπιγκτήσαλπιγκτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →