σαμαράς
•
- επάγγελμαο τεχνίτης που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει σαμάρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμαράς < σαμάρ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμαράς | σαμαράδες |
| Γενική | σαμαρά | σαμαράδων |
| Αιτιατική | σαμαρά | σαμαράδες |
| Κλητική | σαμαρά | σαμαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →