σαμαρώνω
•
- βάζω σαμάρι σε υποζύγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμαρώνω < σαμάρι +-ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαμαρώνω | σαμαρώνεις | σαμαρώνει | σαμαρώνουμε | σαμαρώνετε | σαμαρώνουν / σαμαρώνουνε |
| Παρατατικός | σαμάρωνα | σαμάρωνες | σαμάρωνε | σαμαρώναμε | σαμαρώνατε | σαμάρωναν / σαμαρώναν / σαμαρώνανε |
| Αόριστος | σαμάρωσα | σαμάρωσες | σαμάρωσε | σαμαρώσαμε | σαμαρώσατε | σαμάρωσαν / σαμαρώσαν / σαμαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα σαμαρώνω / θα σαμαρώσω | θα σαμαρώνεις / θα σαμαρώσεις | θα σαμαρώνει / θα σαμαρώσει | θα σαμαρώνουμε / θα σαμαρώσουμε | θα σαμαρώνετε / θα σαμαρώσετε | θα σαμαρώνουν / θα σαμαρώνουνε / θα σαμαρώσουν / θα σαμαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαμαρώσει | έχεις σαμαρώσει | έχει σαμαρώσει | έχουμε σαμαρώσει | έχετε σαμαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαμαρώσει | είχες σαμαρώσει | είχε σαμαρώσει | είχαμε σαμαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαμαρώσει / να σαμαρώνω / να σαμαρώσω | να έχεις σαμαρώσει / να σαμαρώνεις / να σαμαρώσεις | να έχει σαμαρώσει / να σαμαρώνει / να σαμαρώσει | να έχουμε σαμαρώσει / να σαμαρώνουμε / να σαμαρώσουμε | να έχετε σαμαρώσει / να σαμαρώνετε / να σαμαρώσετε | να σαμαρώνουν / να σαμαρώνουνε / να σαμαρώσουν / να σαμαρώσουνε |
| Προστακτική | — | σαμάρωνε / σαμάρωσε | — | — | σαμαρώνετε / σαμαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →