σαμπανιά
•
- ναυτικός όροςτο φορτίο που μεταφέρεται στο πλοίο από κάθε κίνηση του γερανού, της μπίγιας (αναφερόμενο σε φορτώσεις παλαιών, μικρών εμπορικών πλοίων μεταφοράς φορτίου) Βικιλεξικό
- Κάποιο ολλαντέζικο με διπλά πλώρα πρύμνα άρμπουρα πέρνει την τελευταία σαμπανιά απ' τα πριμαρόλια (Γιάννης Αναπλιώτης, Η Καλαμάτα στο χώρο της ιστορίας: χρονικό, εκδ. Δίφρος, 1963, σελ. 12)
- Οι τάλιμαν μετρούσαν μην τους ξεφύγει σαμπανιά , μα και να την έχαναν , βάζουν μια μολυβιά πάνω κάτω και δε χάλασε ο κόσμος για λίγα τσουβάλια (Μανώλης Ροδανάκης, Οι δρόμοι της θάλασσας: με το βήμα της προπέλας, εκδ. Καλέντης, 1998, σελ. 143
- Οι μπίγιες του φορτηγού στρίβαν αργά, σηκωνόταν η κοτσάδα, αλάφρωνε η μαούνα κάτω , η σαμπανιά χαμήλωνε μέσα στο αμπάρι (Αθηνά Κακούρη, Πριμαρόλια: μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1999, σελ. 776)
Ετυμολογία
σαμπανιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμπανιά | σαμπανιές |
| Γενική | σαμπανιάς | σαμπανιών |
| Αιτιατική | σαμπανιά | σαμπανιές |
| Κλητική | σαμπανιά | σαμπανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →