σαμπανιέρα
•
- κουζινικάμεταλλικός κάδος, μέσα στον οποίο βάζουν το μπουκάλι της σαμπάνιας για να διατηρείται κρύα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμπανιέρα < σαμπάν(ια) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμπανιέρα | σαμπανιέρες |
| Γενική | σαμπανιέρας | — |
| Αιτιατική | σαμπανιέρα | σαμπανιέρες |
| Κλητική | σαμπανιέρα | σαμπανιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →