σανατορικός
•
- που έχει σχέση με το σανατόριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανατορικός < σανατόριο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σανατορικός | σανατορική | σανατορικό |
| Γενική | σανατορικού | σανατορικής | σανατορικού |
| Αιτιατική | σανατορικό | σανατορική | σανατορικό |
| Κλητική | σανατορικέ | σανατορική | σανατορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σανατορικοί | σανατορικές | σανατορικά |
| Γενική | σανατορικών | σανατορικών | σανατορικών |
| Αιτιατική | σανατορικούς | σανατορικές | σανατορικά |
| Κλητική | σανατορικοί | σανατορικές | σανατορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →