Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σανατορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σανατόριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σανατορικός < σανατόριο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσανατορικόςσανατορικήσανατορικό
Γενικήσανατορικούσανατορικήςσανατορικού
Αιτιατικήσανατορικόσανατορικήσανατορικό
Κλητικήσανατορικέσανατορικήσανατορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσανατορικοίσανατορικέςσανατορικά
Γενικήσανατορικώνσανατορικώνσανατορικών
Αιτιατικήσανατορικούςσανατορικέςσανατορικά
Κλητικήσανατορικοίσανατορικέςσανατορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →