σανατόριο
•
- συνήθως παρωχημένοτο θεραπευτήριο για ασθενείς που πάσχουν από φυματίωση ή άλλα θωρακικά νοσήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανατόριο < αγγλική sanatorium < υστερολατινική sanatorius (θεραπευτικός) < λατινική sanatus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος sano < sanus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swā-n- (υγιής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανατόριο | σανατόρια |
| Γενική | σανατορίου / σανατόριου | σανατορίων |
| Αιτιατική | σανατόριο | σανατόρια |
| Κλητική | σανατόριο | σανατόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →