σαπάκι
•
- λαϊκότροποσάπιο ή πολύ κακής ποιότητας, λόγω παλαιότητας, αντικείμενο, κυρίως μηχανοκίνητο Βικιλεξικό
- ειδικότερασαπιοκάραβο Βικιλεξικό
- ειδικότεραμετοχή πολύ μεγάλου ρίσκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπάκι < σάπιος + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπάκι | σαπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σαπάκι | σαπάκια |
| Κλητική | σαπάκι | σαπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →