σαπίζω
•
- γίνομαι σάπιος, αλλοιώνομαι, αποσυντίθεμαι Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι σάπιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίσκομαι για πολύ καιρό σε περιβάλλον με υγρασία και ως εκ τούτου υποφέρω Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι (ηθικά) διεφθαρμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαπίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), παθητική φωνή του ρήματος σήπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαπίζω | σαπίζεις | σαπίζει | σαπίζουμε | σαπίζετε | σαπίζουν / σαπίζουνε |
| Παρατατικός | σάπιζα | σάπιζες | σάπιζε | σαπίζαμε | σαπίζατε | σάπιζαν / σαπίζαν / σαπίζανε |
| Αόριστος | σάπισα | σάπισες | σάπισε | σαπίσαμε | σαπίσατε | σάπισαν / σαπίσαν / σαπίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαπίζω / θα σαπίσω | θα σαπίζεις / θα σαπίσεις | θα σαπίζει / θα σαπίσει | θα σαπίζουμε / θα σαπίσουμε | θα σαπίζετε / θα σαπίσετε | θα σαπίζουν / θα σαπίζουνε / θα σαπίσουν / θα σαπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαπίσει | έχεις σαπίσει | έχει σαπίσει | έχουμε σαπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαπίσει | είχες σαπίσει | είχε σαπίσει | είχαμε σαπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαπίσει / να σαπίζω / να σαπίσω | να έχεις σαπίσει / να σαπίζεις / να σαπίσεις | να έχει σαπίσει / να σαπίζει / να σαπίσει | να έχουμε σαπίσει / να σαπίζουμε / να σαπίσουμε | να σαπίζετε / να σαπίσετε | να σαπίζουν / να σαπίζουνε / να σαπίσουν / να σαπίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σαπισμένο / σάπιζε / σάπισε | — | — | σαπίζετε / σαπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →