σαπροπηλός
•
- γεωλογίασκουρόχρωμο ιζηματογενές στρώμα στους βυθούς θαλασσών ή λιμνών, πλούσιο σε οργανική ύλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπροπηλός (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική sapropel, κλασικό σύνθετο < sapro- < αρχαία ελληνική σαπρ(ός) + -ο- + πηλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπροπηλός | σαπροπηλοί |
| Γενική | σαπροπηλού | σαπροπηλών |
| Αιτιατική | σαπροπηλό | σαπροπηλούς |
| Κλητική | σαπροπηλέ | σαπροπηλοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →