σαπροφυτικός
•
- βοτανικήπου έχει σχέση με τα σαπρόφυτα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπροφυτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική saprophytic < αρχαία ελληνική σαπρός + φυτόν
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπροφυτικός | σαπροφυτική | σαπροφυτικό |
| Γενική | σαπροφυτικού | σαπροφυτικής | σαπροφυτικού |
| Αιτιατική | σαπροφυτικό | σαπροφυτική | σαπροφυτικό |
| Κλητική | σαπροφυτικέ | σαπροφυτική | σαπροφυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπροφυτικοί | σαπροφυτικές | σαπροφυτικά |
| Γενική | σαπροφυτικών | σαπροφυτικών | σαπροφυτικών |
| Αιτιατική | σαπροφυτικούς | σαπροφυτικές | σαπροφυτικά |
| Κλητική | σαπροφυτικοί | σαπροφυτικές | σαπροφυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →