σαρκάζω
•
- ειρωνεύομαι σκληρά κάποιον ή κάτι, πχ κάνοντας έντονους μορφασμούς Βικιλεξικό
- σατιρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαρκάζω < αρχαία ελληνική σαρκάζω < σάρξ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαρκάζω | σαρκάζεις | σαρκάζει | σαρκάζουμε | σαρκάζετε | σαρκάζουν / σαρκάζουνε |
| Παρατατικός | σάρκαζα | σάρκαζες | σάρκαζε | σαρκάζαμε | σαρκάζατε | σάρκαζαν / σαρκάζαν / σαρκάζανε |
| Αόριστος | σάρκασα | σάρκασες | σάρκασε | σαρκάσαμε | σαρκάσατε | σάρκασαν / σαρκάσαν / σαρκάσανε |
| Μέλλοντας | θα σαρκάζω / θα σαρκάσω | θα σαρκάζεις / θα σαρκάσεις | θα σαρκάζει / θα σαρκάσει | θα σαρκάζουμε / θα σαρκάσουμε | θα σαρκάζετε / θα σαρκάσετε | θα σαρκάζουν / θα σαρκάζουνε / θα σαρκάσουν / θα σαρκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαρκάσει | έχεις σαρκάσει | έχει σαρκάσει | έχουμε σαρκάσει | έχετε σαρκάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαρκάσει | είχες σαρκάσει | είχε σαρκάσει | είχαμε σαρκάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαρκάσει / να σαρκάζω / να σαρκάσω | να έχεις σαρκάσει / να σαρκάζεις / να σαρκάσεις | να έχει σαρκάσει / να σαρκάζει / να σαρκάσει | να έχουμε σαρκάσει / να σαρκάζουμε / να σαρκάσουμε | να έχετε σαρκάσει / να σαρκάζετε / να σαρκάσετε | να σαρκάζουν / να σαρκάζουνε / να σαρκάσουν / να σαρκάσουνε |
| Προστακτική | — | σάρκαζε / σάρκασε | — | — | σαρκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σαρκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →