σαρκώδης
•
- που έχει πολλή σάρκα Βικιλεξικό
- «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Ετυμολογία
σαρκώδης < αρχαία ελληνική σαρκώδης < σαρκόω / σαρκῶ < σάρξ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρκώδης | σαρκώδης | σαρκώδες |
| Γενική | σαρκώδους | σαρκώδους | σαρκώδους |
| Αιτιατική | σαρκώδη | σαρκώδη | σαρκώδες |
| Κλητική | σαρκώδη / σαρκώδης | σαρκώδης | σαρκώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρκώδεις | σαρκώδεις | σαρκώδη |
| Γενική | σαρκωδών | σαρκωδών | σαρκωδών |
| Αιτιατική | σαρκώδεις | σαρκώδεις | σαρκώδη |
| Κλητική | σαρκώδεις | σαρκώδεις | σαρκώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →