Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαχλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανόητος, στερούμενος σοβαρότητας, ασόβαρος Βικιλεξικό
    • δεν τον μπορώ καθόλου, είναι τόσο σαχλός!
    • όλο σαχλά αστεία κάνει!
  2. (στοργικά) που παιδιαρίζει ή κάνει ανόητους αστεϊσμούς Βικιλεξικό
    • άντε βρε σαχλέ! σταμάτα με τις κρυάδες!

Ετυμολογία

σαχλός < μεσαιωνική ελληνική σαχλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαχλόςσαχλήσαχλό
Γενικήσαχλούσαχλήςσαχλού
Αιτιατικήσαχλόσαχλήσαχλό
Κλητικήσαχλέσαχλήσαχλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαχλοίσαχλέςσαχλά
Γενικήσαχλώνσαχλώνσαχλών
Αιτιατικήσαχλούςσαχλέςσαχλά
Κλητικήσαχλοίσαχλέςσαχλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →