σαχλός
•
- ανόητος, στερούμενος σοβαρότητας, ασόβαρος Βικιλεξικό
- δεν τον μπορώ καθόλου, είναι τόσο σαχλός!
- όλο σαχλά αστεία κάνει!
- (στοργικά) που παιδιαρίζει ή κάνει ανόητους αστεϊσμούς Βικιλεξικό
- άντε βρε σαχλέ! σταμάτα με τις κρυάδες!
Ετυμολογία
σαχλός < μεσαιωνική ελληνική σαχλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαχλός | σαχλή | σαχλό |
| Γενική | σαχλού | σαχλής | σαχλού |
| Αιτιατική | σαχλό | σαχλή | σαχλό |
| Κλητική | σαχλέ | σαχλή | σαχλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαχλοί | σαχλές | σαχλά |
| Γενική | σαχλών | σαχλών | σαχλών |
| Αιτιατική | σαχλούς | σαχλές | σαχλά |
| Κλητική | σαχλοί | σαχλές | σαχλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →