σαψάλης
•
- ατημέλητος, ασουλούπωτος, ακατάστατος Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος, χαζοχαρούμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαψάλης < σάψαλ(ο) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαψάλης | σαψάληδες |
| Γενική | σαψάλη | σαψάληδων |
| Αιτιατική | σαψάλη | σαψάληδες |
| Κλητική | σαψάλη | σαψάληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →