σβήσιμο
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- το σβήσιμο της δίψας
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποη ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
- γαστρονομίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβήσιμο < σβήνω, σβησ- + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σβήσιμο | σβησίματα |
| Γενική | σβησίματος | σβησιμάτων |
| Αιτιατική | σβήσιμο | σβησίματα |
| Κλητική | σβήσιμο | σβησίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →