Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβήσιμο

/ˈzvi.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
    • το σβήσιμο της δίψας
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
  5. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
  6. λαϊκότροποη ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό
  7. γαστρονομίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σβήσιμο < σβήνω, σβησ- + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσβήσιμοσβησίματα
Γενικήσβησίματοςσβησιμάτων
Αιτιατικήσβήσιμοσβησίματα
Κλητικήσβήσιμοσβησίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →