σβερκώνω
•
- προφορικόχτυπάω κάποιον στο σβέρκο ή τον αρπάζω από κει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβερκώνω < σβέρκος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σβερκώνω | σβερκώνεις | σβερκώνει | σβερκώνουμε | σβερκώνετε | σβερκώνουν / σβερκώνουνε |
| Παρατατικός | σβέρκωνα | σβέρκωνες | σβέρκωνε | σβερκώναμε | σβερκώνατε | σβέρκωναν / σβερκώναν / σβερκώνανε |
| Αόριστος | σβέρκωσα | σβέρκωσες | σβέρκωσε | σβερκώσαμε | σβερκώσατε | σβέρκωσαν / σβερκώσαν / σβερκώσανε |
| Μέλλοντας | θα σβερκώνω / θα σβερκώσω | θα σβερκώνεις / θα σβερκώσεις | θα σβερκώνει / θα σβερκώσει | θα σβερκώνουμε / θα σβερκώσουμε | θα σβερκώνετε / θα σβερκώσετε | θα σβερκώνουν / θα σβερκώνουνε / θα σβερκώσουν / θα σβερκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σβερκώσει | έχεις σβερκώσει | έχει σβερκώσει | έχουμε σβερκώσει | έχετε σβερκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σβερκώσει | είχες σβερκώσει | είχε σβερκώσει | είχαμε σβερκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σβερκώσει / να σβερκώνω / να σβερκώσω | να έχεις σβερκώσει / να σβερκώνεις / να σβερκώσεις | να έχει σβερκώσει / να σβερκώνει / να σβερκώσει | να έχουμε σβερκώσει / να σβερκώνουμε / να σβερκώσουμε | να έχετε σβερκώσει / να σβερκώνετε / να σβερκώσετε | να σβερκώνουν / να σβερκώνουνε / να σβερκώσουν / να σβερκώσουνε |
| Προστακτική | — | σβέρκωνε / σβέρκωσε | — | — | σβερκώνετε / σβερκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →