σβούρα
•
- παιδικό παιχνίδι σε σχήμα κώνου που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του μετά από μια αρχική ώθηση που του δίνει ο παίκτης τραβώντας απότομα ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον άξονά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος αεικίνητος, ανήσυχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβούρα < (...) < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σβούρα | σβούρες |
| Γενική | σβούρας | σβουρών |
| Αιτιατική | σβούρα | σβούρες |
| Κλητική | σβούρα | σβούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →