σειραϊκός
•
- που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- τεχνολογίαπου χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη Βικιλεξικό
- σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί
- τεχνολογίαη δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ Βικιλεξικό
- μουσικήπου δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σειραϊκός < σειρά + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serial από τη σημασία για τη μουσική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σειραϊκός | σειραϊκή | σειραϊκό |
| Γενική | σειραϊκού | σειραϊκής | σειραϊκού |
| Αιτιατική | σειραϊκό | σειραϊκή | σειραϊκό |
| Κλητική | σειραϊκέ | σειραϊκή | σειραϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σειραϊκοί | σειραϊκές | σειραϊκά |
| Γενική | σειραϊκών | σειραϊκών | σειραϊκών |
| Αιτιατική | σειραϊκούς | σειραϊκές | σειραϊκά |
| Κλητική | σειραϊκοί | σειραϊκές | σειραϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →