Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σειραϊκός

/si.ɾa.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίαπου χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη Βικιλεξικό
    • σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί
  3. τεχνολογίαη δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ Βικιλεξικό
  4. μουσικήπου δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σειραϊκός < σειρά + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serial από τη σημασία για τη μουσική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσειραϊκόςσειραϊκήσειραϊκό
Γενικήσειραϊκούσειραϊκήςσειραϊκού
Αιτιατικήσειραϊκόσειραϊκήσειραϊκό
Κλητικήσειραϊκέσειραϊκήσειραϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσειραϊκοίσειραϊκέςσειραϊκά
Γενικήσειραϊκώνσειραϊκώνσειραϊκών
Αιτιατικήσειραϊκούςσειραϊκέςσειραϊκά
Κλητικήσειραϊκοίσειραϊκέςσειραϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →